γραμματόσημο


γραμματόσημο
[грамматосимо] ουσ. о. почтовая марка,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "γραμματόσημο" в других словарях:

  • γραμματόσημο — Χάρτινο ένσημο που βεβαιώνει ότι πληρώθηκε ένα ποσό σε αντάλλαγμα του οποίου η ταχυδρομική υπηρεσία αναλαμβάνει να μεταφέρει ένα γράμμα, ένα δέμα ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο στον προορισμό του. Ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται,… …   Dictionary of Greek

  • γραμματόσημο — το μικρό χαρτί με διάφορες παραστάσεις το οποίο επικολλούμε σε αντικείμενα που ταχυδρομούμε: Κάνω συλλογή σπάνιων γραμματοσήμων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φιλοτελισμός — Είναι η συλλογή γραμματοσήμων και άλλων ταχυδρομικών ενσήμων είτε για ευχαρίστηση είτε για κέρδος. Ο φ. γεννήθηκε σχεδόν αμέσως –μετά την εμφάνιση των πρώτων γραμματοσήμων– ως συλλεκτική μανία ή ως μόδα, γρήγορα όμως προσέλαβε και οικονομική… …   Dictionary of Greek

  • αγομμάριστος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει επαλειφθεί με γόμμα 2. το ουδ. ως ουσ. το αγομμάριστο ασφράγιστο γραμματόσημο χωρίς γόμμα στην πίσω πλευρά. Συνήθως λέγεται έτσι το γραμματόσημο που έχει πλυθεί και έχει φύγει η γόμμα του. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητικό +… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Ταχυδρομικό και Φιλοτελικό (Αθηνών) — Σκοπός του μουσείου είναι η συγκέντρωση, μελέτη και προβολή των φιλοτελικών θησαυρών της Eλλάδας και η ανάδειξη της ελληνικής ταχυδρομικής ιστορίας από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα. Tα 700 τ.μ. του μουσείου μοιράζονται σε δύο αίθουσες του… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Ταχυδρομικό Κύπρου — Άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό το 1981 και στεγάζεται στη Λευκωσία (Αγίου Σάββα 3Β). Σκοπός του είναι να γνωρίσει στον επισκέπτη τον κόσμο του κυπριακού γραμματοσήμου και το έργο των ταχυδρομικών υπηρεσιών τα τελευταία εκατόν είκοσι χρόνια. Στον …   Dictionary of Greek

  • Tourlitis-Leuchtturm — p4 Faros Tourlitis Südwestseite des Leuchtturms Ort: Andros …   Deutsch Wikipedia

  • Ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • αερόγραμμα — το επιστολή ειδικής μορφής (όταν διπλωθεί, η εξωτερική της πλευρά αποτελεί και τον φάκελο με το γραμματόσημο), που μεταφέρεται με το αεροπορικό ταχυδρομείο. [ΕΤΥΜΟΛ. Ελληνογενές < ἀήρ –έρος + γράμμα, πρβλ. αγγλ. aerogram] …   Dictionary of Greek

  • ατέλεια — Απαλλαγή από οικονομικές επιβαρύνσεις, πολύ διαδεδομένη στην αρχαία Ελλάδα, εκτός μάλλον από τη Θήβα και τη Σπάρτη. Απονεμόταν σε πολίτες της χώρας ή και σε ξένους υπηκόους και μπορούσε να είναι προσωπική ή και κληρονομική. Δινόταν συνήθως ως… …   Dictionary of Greek